Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου επιβεβαιώνει την ανάγκη επείγουσας μεταρρύθμισης των ειδικών κανόνων ΦΠΑ για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες


Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που εκδόθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 2018, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι παροχές ταξιδιωτικών πρακτόρων στους υποκείμενους στον φόρο πρέπει να φορολογούνται στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες και ότι ο ΦΠΑ πρέπει να υπολογίζεται βάσει πώλησης. Αυτό δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και είναι εντελώς ανέφικτο.

Η εφαρμογή του ειδικού καθεστώτος σε όλες τις προμήθειες ταξιδιωτικών πρακτόρων, συμπεριλαμβανομένων των προμηθειών σε υποκείμενους στον φόρο, θα καταστήσει τους ταξιδιωτικούς πράκτορες μη ανταγωνιστικούς, δεδομένου ότι το ειδικό καθεστώς αρνείται στους υποκείμενους στο φόρο πελάτες να εισπράξουν ΦΠΑ επί των εισροών. Κατά συνέπεια, οι υποκείμενοι στον φόρο πελάτες θα προτιμούν να αγοράζουν ταξιδιωτικές υπηρεσίες από παρόχους που υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ΦΠΑ ή εκτός του ΦΠΑ της ΕΕ, όπως οι προμηθευτές υπηρεσιών (αεροπορικές εταιρείες, ξενοδοχεία κλπ.). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πολλά κράτη μέλη επιτρέπουν την εφαρμογή των συνηθισμένων κανόνων ΦΠΑ για τις προμήθειες ταξιδιωτικών πρακτόρων.

Όσον αφορά τον υπολογισμό του ΦΠΑ, η απαίτηση υπολογισμού της οφειλόμενης για τον ΦΠΑ συναλλαγής είναι εξαιρετικά επαχθής και εντελώς ανέφικτη για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες. Στο πλαίσιο του ειδικού καθεστώτος, οι ταξιδιωτικοί πράκτορες φορολογούνται βάσει του περιθωρίου κέρδους τους, το οποίο είναι η διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού χωρίς ΦΠΑ που καταβάλλει ο ταξιδιώτης και του πραγματικού κόστους για τα ταξιδιωτικά πρακτορεία αγαθών ή υπηρεσιών που παρέχονται για άμεσο όφελος ταξιδιώτης. Υπάρχουν πρακτικές δυσκολίες λόγω του γεγονότος ότι το κόστος μιας ενιαίας συναλλαγής ενδέχεται να αλλάξει πολλές φορές μετά την εκτέλεση της υπηρεσίας, απαιτώντας από τον πράκτορα να προσαρμόσει τον ΦΠΑ που καταβάλλεται πολλές φορές. Αυτό εξηγεί γιατί πολλά κράτη μέλη επιτρέπουν τον υπολογισμό του συνολικού περιθωρίου για μια περίοδο και όχι για μια συναλλαγή ανά συναλλαγή!

Όταν το ειδικό καθεστώς θεσπίστηκε το 1977, αυτό ήταν ένα ευπρόσδεκτο μέτρο διευκόλυνσης του εμπορίου, καθώς αποφεύγει την πολυπλοκότητα της λογιστικής του ΦΠΑ σε πολλά κράτη μέλη όπου θεωρούνται ότι παρέχονται ταξιδιωτικές υπηρεσίες. Ωστόσο, η αγορά ταξιδιωτικών υπηρεσιών έχει υποστεί θεμελιώδεις αλλαγές από το 1977 που δεν αντικατοπτρίζονται στους κανόνες για τον ΦΠΑ. Η απόφαση του Δικαστηρίου αποδεικνύει και πάλι τη μεγάλη ανάγκη μεταρρύθμισης του ειδικού καθεστώτος.

Αυτό αντικατοπτρίζεται επίσης σε μια πρόσφατη μελέτη που πραγματοποίησε η KPMG εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η μελέτη διαπιστώνει ότι η τεράστια αύξηση των διεθνών μετακινήσεων, οι αλλαγές στην τεχνολογία, η ευρεία απορρύθμιση (ιδίως στον κλάδο των αερομεταφορών) και τα νέα επιχειρηματικά μοντέλα που λειτουργούν εκτός του ειδικού καθεστώτος, σε συνδυασμό με την εξέλιξη της νομολογίας του δικαστηρίου (European Court of Justice), απαιτούν εκσυγχρονισμό του ειδικού καθεστώτος. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, ενώ πρέπει να διατηρηθεί το ειδικό καθεστώς, πρέπει να επανεξεταστεί προκειμένου να αντιμετωπιστούν ορισμένες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και ουσιαστικά ζητήματα, όπως η μεταχείριση των παροχών σε υποκείμενους στο φόρο και ο υπολογισμός του περιθωρίου.

Ο κ. Merike Hallik, Πρόεδρος της ECTAA δήλωσε ότι: “Είναι καιρός οι νομοθέτες της ΕΕ να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των ξεπερασμένων κανόνων ΦΠΑ για τους ταξιδιωτικούς πράκτορες. Είναι προς το συμφέρον τόσο της βιομηχανίας όσο και των κρατών μελών να δημιουργήσουν ένα φορολογικό πλαίσιο το οποίο θα επιτρέπει στους ταξιδιωτικούς πράκτορες να ανταγωνίζονται σε ίσους όρους ανταγωνισμού και να αποφεύγουν περίπλοκους κανόνες που δεν εξυπηρετούν κανέναν “.





Σχετικά Άρθρα